Καθισμένος μπροστά στο τζάκι σκεφτόταν τη ζωή του. Όχι τα τελευταία χρόνια της. Πίεζε το μυαλό του να θυμηθεί όσο το δυνατόν περισσότερα. Κατάφερε να θυμηθεί τη κοπέλα που πρώτο-ψεύτο-ερωτεύτηκε, μικρό μικρό παιδάκι, τότε, στη Τετάρτη Δημοτικού. Από το τέλος του Δημοτικού έχει να τη δει. Τι να κάνει άραγε, πώς να συνέχισε τη ζωή της; Ακόμα πιο παλιά τη πρώτη μέρα του στο σχολείο, με το τζιν σορτσάκι, το γαλάζιο πουκαμισάκι και τις τιράντες του (τις οποίες φορούσε μέχρι και το τέλος της Δευτέρας Δημοτικού, έτσι καχεκτικός που ήταν, το παντελόνι του ήτανε πάντα μεγάλο), ρούχα που αποτελούσαν τη «στολή» του σχολείου του. Και πιο μικρός, προνήπιο, ντυμένος μ’ένα θαλασσί κορμάκι κι ένα τεράστιο παπιγιόν να πηγαίνει στις «γυμναστικές επιδείξεις» του νηπιαγωγείου, όπου έπρεπε να χορέψει αγκαλιά με ένα καλάθι λουλουδάκια και μετά να τα πετάξει στο κοινό… Η πρώτη χούφτα λουλούδια προσγειώθηκε στην αγκαλιά που τον πρώτο-κράτησε. Από τότε η μάνα του τον έλεγε «γόη». Αλλά αυτά ήταν παλιά… Στα χρόνια της αθωότητας…
Αλλάξανε οι καιροί από τότε. Έζησε πολλά και διάφορα, χαρούμενα και μάταια. Θυμήθηκε στο γυμνάσιο, που έκατσε πρώτη φορά αγκαλιά με το κολλητό του και 6 μπύρες και περίμενε το χάραμα μόνο και μόνο για να αγναντέψει το μεγαλείο του «βασιλιά» ήλιου κατά την ανατολή του. Θυμάται το πρώτο τσιγάρο, το πρώτο φιλί, το πρώτο δυνατό καρδιοχτύπι, την πρώτη απόρριψη. Και τις επόμενες… Τις θυμάται όλες. Θυμάται που όλοι τον έλεγαν «τρελό», «αλλοπαρμένο». Κάποιοι τον είπαν και «φυτό», «σπασίκλα», ακόμα και άτομα που δεν είχαν μεγάλη διαφορά στο διάβασμα και τη βαθμολογία από κείνον. Αυτός απλά επέλεγε να μην ενδιαφέρεται για κανέναν εφήμερο. Ήθελε πάντα να είναι καλά με τον εαυτό του και τους φίλους του. Δεν τον έννοιαζαν οι γιορτές, οι εκδηλώσεις, τα happenings και «τι θα πει το σχολείο»…
Η ίδια τακτική που ακολούθησε και σαν φοιτητής. Μια παρέα καλή, ένα γκρουπ στο οποίο έπαιζε drums, δυο κοπέλες που πέρασαν σαν τα κρύα του χειμώνα … Μετά, στρατός! Καθόλου όπως τα άκουγε, του φάνηκε πολύ πιο χαλαρά, γιατί πολύ απλά δεν το ‘παιξε ποτέ μάγκας, δεν είπε ποτέ όχι σε εντολές ανώτερου, γενικά πέρασε ενάμιση χαλαρό χρόνο μαζί με 200 άτομα… Αλλά κι από τότε, στη δουλειά, στο δρόμο, στο λεωφορείο, πάντα ήταν με πολλά άτομα μαζί και πάντα μόνος… Πάντα αυτή η μονότονη μοναξιά…
Μόλις ένοιωσε το τελευταίο, ανασηκώθηκε. Ήπιε μια γερή γουλιά από το Jack του. Καθόταν μόνος, στο χώρο που μεγάλωσε, στο σπίτι του το πατρικό, με την οικογένεια να κοιμάται στα δωμάτιά της, το χριστουγεννιάτικο δέντρο να αναβοσβήνει ρυθμικά, το στολισμένο τζάκι να έχει σχεδόν σβήσει… Συνειδητοποίησε ότι όλη του τη ζωή, σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, ήταν πραγματικά μόνος… Μέσα σε μια κοσμοπλημμύρα, σ’ ένα καταρράκτη γνωριμιών και γνώσεων ήταν πάντα μόνος. Μπροστά από ένα βιβλίο ή τον υπολογιστή ήταν μόνος. Ένας ωκεανός μοναξιάς κι αυτός σ’ ένα ερημονήσι μες στη μέση…
Το whiskey είχε τελειώσει. «Άλλο ένα δεν κάνει κακό» σκέφτηκε και ξαναγέμισε. Έβαλε το ράδιο να παίζει χαμηλόφωνα. Το ‘χε πάρει απόφαση ότι το ξημέρωμα των Χριστουγέννων θα τον έβρισκε εκεί. “Last Christmas I gave you my heart…”, ήταν το πρώτο τραγούδι που ακούστηκε. Δεν του φάνηκε παράξενο. Από τότε που κυκλοφόρησε το τραγούδι αυτό κάθε Χριστούγεννα παίζει σαν τρελό στο ραδιόφωνο, κάθε Χριστούγεννα μια νέα φουρνιά 15άρηδων τρέχει κι αγοράζει το single.
Κι ενώ σε κάποια φάση από το ραδιόφωνο ακούγεται χαμηλόφωνα Mariah Carey και “All I Want For Christmas Is You”, του ‘ρχεται μια ιδέα που λίγο λίγο μοιάζει πιο οικεία, πιο “must”. Αρχίζει να ψιθυρίζει με ολοένα και μεγαλύτερο πάθος “All I Want For Christmas Is Death”… Εύχεται να τελείωνε εκείνη τη στιγμή η χωρίς νόημα μάταιη ζωή του. Η ιδέα μέστωνε όλο και πιο πολύ στο μυαλό του… Άνοιξε το παράθυρο. Ανέβηκε κι έκατσε στο πρεβάζι. Ήπιε το εναπομείναν ποτό μονορούφι και κοίταξε κάτω. Πόση ώρα θα έκανε άραγε να πέσει; Πόσο θα πονούσε; Κι αν δεν τα κατάφερνε και την έβγαζε με σπασμένο όλο το κορμί; Από τον πέμπτο σίγουρα δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσεις, χίλια εμπόδια μπορούν όμως να μειώσουν την μοιραία πτώση…
Όπως κάθεται εκεί πάνω νιώθει τον αέρα να του χτυπάει το πρόσωπο. Γυρίζει το βλέμμα στ’ αστέρια. Θυμάται την μεγάλη του αγάπη. Τη κοπέλα που έδινε τα πάντα να γύριζε να τον κοιτάξει. Της είχε δώσει την απέραντη αληθινή του αγάπη κι εκείνη επιπόλαια τον είχε για σίγουρο και έκανε τη ζωούλα της. Ήξερε όμως ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν. Πέθαινε πάντα για μια αγκαλιά της, για ένα φιλί της κι αυτή που και που του έκανε το χατίρι. Κι εκεί που έλεγε ότι δεν αξίζει να ασχοληθεί, άλλαζε πάλι άποψη. Χτύπησε το κινητό του. Η αναγνώριση έγραφε τ’ όνομά της. Κάνει να το σηκώσει και γλιστράει…
Το τελευταίο πράγμα που άγγιξε ήταν το κρύο μάρμαρο του πρεβαζιού που προσπάθησε να πιάσει για να γλιτώσει.. Το τελευταίο πράγμα που μύρισε ήταν τα φρεσκοποτισμένα από τη βροχή λουλούδια του 3ου ορόφου. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν «Γλυκέ μου; Είσαι εκεί;». Το τελευταίο πράγμα που είπε ήταν «καρδιά μου σε χάνω, αντίο». Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν το γκρίζο του δρόμου που πλησίαζε απότομα. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτα… Τουλάχιστον εκεί δεν θα ναι πια μόνος...

Μοναχικά Φιλιά Σε Όλους...